Δημοσιεύουμε τον απολογισμό του Διοικητικού Συμβουλίου, ο οποίος έγινε από τον πρόεδρο της Σ.Γ.Τ.Δ. Μανόλη Μακρή, για την περίοδο 10/12/2008 – 14/12/2011"
«Αγαπητοί φίλοι και φίλες,
Οι αρχαιρεσίες που έγιναν στις 10 Δεκεμβρίου 2008 ανέδειξαν το απερχόμενο σήμερα Διοικητικό Συμβούλιο της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών Δωδεκανήσου, το οποίο, μετά την κατάρτισή του σε σώμα, είχε τον ομιλούντα ως πρόεδρο, τον Γιάννη Παπαχριστοδούλου ως αντιπρόεδρο, τη Χαρά Κοσεγιάν γραμματέα, το Νίκο Κωνσταντινίδη ταμία και μέλη τους Μάνο Αναστασιάδη, Αντώνη Χατζηιωάννου και Αριστείδη Μιαούλη.
Στα τρία χρόνια της θητείας μας οι κληροδοτημένες από μια ιστορία δεκαετιών τακτικές δραστηριότητες της Στέγης συνεχίστηκαν αδιάλειπτα, ενώ ολοκληρώθηκε η τακτοποίηση σοβαρών εκκρεμοτήτων, που από καιρό μας ταλαιπωρούσαν και δυσκόλευαν το έργο μας. Και μπορούμε να πούμε ανεπιφύλακτα ότι σήμερα η Στέγη, έχει τη δυνατότητα, όχι μόνο να συνεχίσει τη βασική της δραστηριότητα, που έγκειται στο να οργανώνει ανά διετία τα θεσμοποιημένα πλέον διεπιστημονικά πολιτιστικά της συνέδρια και να εκδίδει τα πρακτικά τους, αλλά και να ανοιχθεί πιθανόν και σε άλλες παράλληλες, ποιοτικές πάντα, δραστηριότητες.
Ειδικότερα:
Ήδη, από το καλοκαίρι του 2008, είχε παραδοθεί στο τυπογραφείο ο ΚΒ΄ τόμος των «Δωδεκανησιακών Χρονικών», η ογκωδέστερη μέχρι σήμερα έκδοση της Στέγης, 1022 σελίδες. Δημοσίευε 54 από τις εισηγήσεις του ΙΔ΄ Πολιτιστικού μας Συμποσίου, που είχε πραγματοποιηθεί στις αρχές Ιουλίου του 2005, στη Χάλκη. Ήταν η συνέχεια μιας επίπονης προσπάθειας, που είχε ξεκινήσει ήδη από το 2003, τότε που εκλέχθηκε Διοικητικό Συμβούλιο με Πρόεδρο τον Νίκο Νικολάου και στο οποίο ο ομιλών, είχε αναλάβει τον τομέα των εκδόσεων. Για διάφορους λόγους, κυρίως οικονομικούς, κι ανεξάρτητα από τη θέληση των προ του 2003 Διοικήσεων, η έκδοση των «Δωδεκανησιακών Χρονικών» είχε καθυστερήσει σημαντικά. Το Συνέδριο στην Κω είχε πραγματοποιηθεί το 1997 και 6 χρόνια μετά δεν είχαν εκδοθεί ακόμη τα πρακτικά του, ενώ είχαν εν συνεχεία πραγματοποιηθεί τα συνέδρια στην Αστυπάλαια και στην Τήλο. Παράλληλα, λίγους μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων εκείνου του Συμβουλίου, είχε προγραμματισθεί το συνέδριο στους Λειψούς. Όμως, όπως συνηθίζουμε να λέμε, ένα συνέδριο του οποίου δεν εκδίδονται τα πρακτικά είναι σαν να μην έγινε ποτέ. Καταλήγει να είναι μια εορταστική σύναξη, εν προκειμένω και εκδρομή, και δεν υπηρετεί, ως οφείλει, διαχρονικούς πνευματικούς στόχους, Θέσαμε, λοιπόν, τότε ως άμεση προτεραιότητά μας την έκδοση των καθυστερημένων τόμων των Πρακτικών. Δεν ήταν κάτι εύκολο, αφού, όσοι από τους εισηγητές σʼ εκείνα τα συνέδρια είχαν τις εργασίες τους έτοιμες για δημοσίευση, ήταν φυσικό να μη περιμένουν για σειρά ετών τα Δωδεκανησιακά Χρονικά, και τις έδιναν για δημοσίευση σε άλλα ανάλογα περιοδικά έντυπα, ενώ εκείνοι που έκριναν ότι θα έπρεπε να βελτιώσουν τα κείμενά τους, δεν ήταν εύκολο να το πράξουν, μετά τόσα χρόνια. Πέρα απʼ αυτό, οι συμμετοχές στα συνέδρια αυξάνονταν από συνέδριο σε συνέδριο, κι οι νέοι τόμοι ήσαν κατά πολύ ογκωδέστεροι, διπλάσιοι τουλάχιστον, από τους παλιούς, κι η συλλογή και επιμέλεια της ύλης τους απαιτούσε περισσότερη προσπάθεια. Έπρεπε, τέλος, να βρεθούν και τα χρήματα για την έκδοση κι η Στέγη, ως γνωστόν, δεν διέθετε άλλους πόρους, εκτός από τις συνδρομές των μελών της, κι από την πώληση των βιβλίων της, ιδίως της Ιστορίας της Ρόδου, του αείμνηστου Παπαχριστοδούλου, της οποίας προγραμματίζεται ήδη η τρίτη έκδοση.
Αναφερόμενος στην τελευταία αυτή δυσκολία, την οικονομική, οφείλω να ευχαριστήσω για άλλη μια φορά τον τότε νομάρχη και νυν περιφερειάρχη μας Γιάννη Μαχαιρίδη, μέλος της Στέγης, καθώς και τους εκάστοτε Προέδρους του Οργανισμού Πολιτιστικής Ανάπτυξης της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δωδεκανήσου και τώρα της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, που στήριξαν και στηρίζουν μέχρι σήμερα οικονομικά τη Στέγη, ιδίως στην έκδοση των Δωδεκανησιακών Χρονικών.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, και με σκληρή προσπάθεια, το έτος 2004 εκδόθηκε ο ΙΗ τόμος (της Κω), το 2005 ο ΙΘ (της Αστυπάλαιας), το 2006 ο Κ΄ (της Τήλου), και το 2007 ο ΚΑ (των Λειψών), ενώ όπως είπα ήδη, το καλοκαίρι του 2008 παραδόθηκε στο τυπογραφείο ο τόμος της Χάλκης. Είχε ήδη πραγματοποιηθεί από το προηγούμενο έτος το 15ο Πολιτιστικό Συμπόσιο στο Καστελλόριζο. Έτσι είχαν τα πράγματα όταν ανέλαβε τα καθήκοντά του το απερχόμενο Διοικητικό Συμβούλιο.
Την άνοιξη του 2009 ολοκληρώθηκε η εκτύπωση του ΚΒ τόμου των Δωδεκανησιακών Χρονικών. Η παρουσίασή του έγινε στον χώρο αυτό, που μας φιλοξενεί και σήμερα, στις 20 Μαΐου 2009 από τους αρχαιολόγους Παύλο Τριανταφυλλίδη και Αγγελική Κατσιώτη κα τους φιλολόγους Ευαγγελία Μουλά και Δημήτρη Τιρίκο.
Λίγους μήνες αργότερα, κατά το τετραήμερο από 5 έως 8 Νοεμβρίου 2009, πραγματοποιήθηκε το ΙΣΤ Πολιτιστικό Συμπόσιο της Στέγης στον Πειραιά, σύμφωνα με απόφαση που είχε ληφθεί στο προηγούμενο Συμπόσιο στο Καστελόριζο και ύστερα από σχετικό αίτημα εκ μέρους της Ομοσπονδίας Δωδεκανησιακών Σωματείων Αθηνών – Πειραιώς. Ήταν αφιερωμένο στους Δωδεκανησίους της διασποράς.
Και στο σημείο αυτό είμαι υποχρεωμένος να θυμηθώ τούτο:
Όταν πραγματοποιούσαμε τα προηγούμενα Συμπόσια στα νησιά μας, είχαμε κάθε φορά την υποστήριξη, οικονομική και διοικητική, του αντίστοιχου νησιωτικού Δήμου, που μας πρόσφερε τη φιλοξενία του αναλαμβάνοντας τα έξοδα διαμονής των συνέδρων μας και συνήθως ένα πανηγυρικό δείπνο και την ξενάγηση στο νησί, ενώ κατορθώναμε να εξασφαλίζουμε και κάποια έκπτωση στα εισιτήρια των πλοίων. Για τον Πειραιά δεν μπορούσε να γίνει κάτι παρόμοιο. Η Ομοσπονδία Δωδεκανησιακών Σωματείων, πέρα από την παραχώρηση της αίθουσας «Δωδεκανησιακή Εστία» που μας διέθετε για τις εργασίες του Συνεδρίου και την προσφορά αναψυκτικών –για τα οποία ευχαριστούμε την τότε Πρόεδρο κ. Χαραλαμποπούλου και τα μέλη του Συμβουλίου της- δεν είχε την οικονομική δυνατότητα για περισσότερα. Ούτε μπορούσαμε ασφαλώς να απευθυνθούμε στον Δήμο Πειραιά, αφού η εκεί παρουσία μας δεν εγίνετο για τους Πειραιώτες, αλλά για τους Δωδεκανησίους του Λεκανοπεδίου. Κι ούτε θέλαμε να επιβαρύνουμε άλλη μια φορά τη δική μας Νομαρχία, που ήδη χρηματοδοτούσε σε μόνιμη βάση τις εκδόσεις μας. Απευθυνθήκαμε τότε τόσο στον τότε Περιφερειάρχη, όσο και στον τότε υφυπουργό Εξωτερικών και βουλευτή Δωδεκανήσου, ζητώντας οικονομική ενίσχυση για το Συμπόσιο. Δεν ανταπεκρίθησαν, παρά τις υποσχέσεις. Κι εδώ έγκειται το συγκινητικό όντως, που θέλω να τονίσω: Οι σύνεδροί μας ήλθαν όλοι με δικά τους έξοδα. Κι αυτό δηλώνει τη δυναμική που έχει αποκτήσει η Στέγη, στηριζόμενη στην ανιδιοτέλεια των πνευματικών μας ανθρώπων, Δωδεκανησίων και φίλων της Δωδεκανήσου, στους οποίους απευθύνεται.
Το ΙΣΤ Συμπόσιο πραγματοποιήθηκε σημειώνοντας εξαιρετική επιτυχία. Έγιναν 9 συνεδρίες κι ακούστηκαν συνολικά 65 επιστημονικές ανακοινώσεις, που αναφέρονταν στην Ιστορία, Αρχαιολογία, Γλωσσολογία, Λαογραφία, Γραμματολογία, Τέχνες κλπ. της Δωδεκανήσου. Οι μισές περίπου από τις ανακοινώσεις αυτές είχαν ως θέμα τους Δωδεκανησίους της διασποράς. Όλες οι εισηγήσεις υπήρξαν αξιόλογες, αποτελούν καρπούς μακρού και υπεύθυνου ερευνητικού μόχθου και πλουτίζουν τη βιβλιογραφία της Δωδεκανήσου. Κατά την εναρκτήρια πανηγυρική συνεδρίαση, που πραγματοποιήθηκε σε πολυχώρο της Νομαρχίας Πειραιά στα Καμίνια, κι όπου παραβρέθηκαν προσωπικότητες του πολιτικού, αυτοδιοικητικού και παροικιακού χώρου, απενεμήθη τιμητική πλακέτα στον Μανώλη Κασσώτη, για την πολυετή προσφορά του στη δωδεκανησιακή Ομογένεια στην Αμερική, το συγγραφικό του έργο και την ανελλιπή συμμετοχή του στα Συνέδρια της Στέγης. Δεν μπορώ να μη θυμηθώ μια φράση από την ευχαριστήρια αντιφώνηση του Μανόλη, Μας είπε λοιπόν: «Παλιά, όταν κάποιος έφευγε στην ξενιτιά, η μάνα του άναβε το καντήλι και προσευχόταν: «Παναγιά μου φώτισε το δρόμο του και φέρτον πίσω». Αυτό το καντήλι είναι που ανάβει μέσα στην ψυχή του κάθε Έλληνα μετανάστη. Απʼ το κάθε Συμπόσιο της ΣΓΤΔ παίρνω μαζί μου λίγο λάδι για το καντήλι της δωδεκανησιακής νοσταλγίας, που η φλόγα του ζεσταίνει τις καρδιές μας εκεί, και οδηγεί τα βήματα μας πίσω στα νησιά μας».
Λίγους μήνες αργότερα, η Στέγη, ανταποκρινόμενη σε σχετικό αίτημα του τότε Δήμου Πεταλουδών Ρόδου αποφάσισε να επαναλάβει το ΙΣΤ΄ Πολιτιστικό της Συμπόσιο στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου στην Κρεμαστή. Στο αίτημα, που απευθύναμε στους εισηγητές, ανταποκρίθηκαν γύρω στους 30, κυρίως εκείνοι που κατοικούν στη Ρόδο και την Κω, ενώ άλλοι που για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή τους δεν είχαν κατορθώσει να παρευρεθούν και να παρουσιάσουν την εισήγησή τους στον Πειραιά, είχαν τώρα την ευκαιρία να ανέλθουν στο βήμα του Συνεδρίου.
Παρά την μη ικανοποιητική προσέλευση κοινού, οι εργασίες του Συμποσίου διεξήχθησαν κανονικά κατά το τριήμερο 8, 9 και 10 Απριλίου 2010, ενώ οι σύνεδροι είχαν την ευκαιρία να συζητήσουν επί των εισηγήσεων
Το επόμενο Συνέδριο αποφασίστηκε να πραγματοποιηθεί στη Ρόδο το 2011. Μετά 32 χρόνια κι αφού πραγματοποιήθηκαν με επιτυχία συνέδρια σʼ όλα τα νησιά μας, κρίθηκε ότι έπρεπε να γίνει μια νέα πνευματική – πολιτιστική εκκίνηση από την έδρα της Στέγης, τη Ρόδο.
Και όντως, με εξαιρετική επιτυχία, κατά κοινή ομολογία, πραγματοποιήθηκε το ΙΖ Συμπόσιό μας στην πόλη της Ρόδου, στην ίδια τούτη αίθουσα του Επιμελητηρίου Δωδεκανήσου, κατά το τετραήμερο από 30 Ιουνίου μέχρι και 3 Ιουλίου 2011. Πραγματοποιήθηκαν ένδεκα (11) συνεδρίες και ανακοινώθηκαν 64 συνολικά επιστημονικές εισηγήσεις, που διακρίνονταν για το υψηλό επιστημονικό τους επίπεδο. Μεγάλο μέρος των εισηγήσεων είχε ως θέμα τη Ρόδο, το νησί που φιλοξενούσε το Συμπόσιο.
Ούτε και στο ΙΖ Συμπόσιο είχαμε οικονομική ή διοικητική υποστήριξη από κάποιο δημόσιο φορέα, πέρα από την παραχώρηση της αίθουσας από το Επιμελητήριο. Διανύουμε άλλωστε δύσκολους καιρούς. Για άλλη μια φορά οι εισηγητές, που δεν διαμένουν στη Ρόδο, ξεκίνησαν από άλλες περιοχές της χώρας ή κι από το εξωτερικό, κι ήλθαν με δικά τους έξοδα να λάβουν μέρος στις εργασίες του Συμποσίου. Θερμές ευχαριστίες στα καταστήματα SWEDKO KAFE και ΘΕΡΜΑΙ που μας πρόσφεραν τα ποτά και εδέσματα που προσφέρθηκαν στους συνέδρους.
Με την επανάληψη 5 εισηγήσεων απʼ αυτές που παρουσιάστηκαν στον Πειραιά, πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 2010 ημερίδα στο χωριό Όθος της Καρπάθου, όπου έγινε και μια συνολικότερη παρουσίαση του έργου της Στέγης.
Το επόμενο Συνέδριό μας, το ΙΗ, σχεδιάζουμε να το πραγματοποιήσουμε στη Σύρο το 2013, ένα συνέδριο που, πέρα από τη γενική επιστημονική θεματολογία του για τα Δωδεκάνησα, θα έχει ως ειδική θεματολογία τις σχέσεις Δωδεκανήσων και Κυκλάδων δια μέσου των αιώνων. Πιστεύουμε ότι οι ιστορικοί, οι αρχαιολόγοι, οι γλωσσολόγοι, οι λαογράφοι, οι κοινωνικοί ανθρωπολόγοι, οι αρχιτέκτονες, πολλά και ενδιαφέροντα θα έχουν να μας πουν.
Το είδαμε ως μια πρώτη προσπάθεια να επεκτείνουμε την ερευνητική δραστηριότητα της Στέγης πέρα από τα γεωγραφικά όρια της Δωδεκανήσου και να δούμε τις ιστορικές σχέσεις των νησιών μας με τις γύρω μας περιοχές του ελληνισμού. Μʼ αυτή τη λογική θα μπορούσαμε να πραγματοποιήσουμε μελλοντικά ανάλογα συνέδρια στην Κρήτη, τη Σάμο, την Κύπρο.
Αυτά, σχετικά με τα Συνέδρια.
Γόνιμη υπήρξε και η εκδοτική μας παραγωγή κατά τη διάρκεια της τριετίας. Συγκεκριμένα: Μόλις παραδόθηκε στο τυπογραφείο ο ΚΒ τόμος (της Χάλκης) αρχίσαμε τη συγκέντρωση των εισηγήσεων του ΙΕ΄ Συνεδρίου μας, που είχε γίνει στο Καστελόριζο.
Κι εδώ χρειάζεται να κάνουμε την ακόλουθη διευκρίνιση: Παλαιότερα, εστέλλετο στο τυπογραφείο ένας φάκελος με χειρόγραφα, δακτυλογραφημένα κείμενα, δισκέτες, φωτογραφίες κλπ. που συνοδεύονταν από ένα κατάλογο με τη σειρά των εισηγήσεων. Ο τυπογράφος έπρεπε να στοιχειοθετήσει και να σελιδοποιήσει το βιβλίο, να στείλει ένα «δοκίμιο» στην Στέγη για τις διορθώσεις, η Στέγη εν συνεχεία να στείλει κάθε εισήγηση στον εισηγητή για τον τελικό έλεγχο, για να κριθεί μετά από μήνες ότι το βιβλίο ήταν ώριμο για τα πιεστήρια.
Εμείς υιοθετήσαμε πιο σύγχρονη, περισσότερο επίπονη και υπεύθυνη για μας αλλά και περισσότερο αποδοτική, μέθοδο, για την οποία μας βοηθά η σύγχρονη τεχνολογία. Η στοιχειοθέτηση των τυχόν χειρογράφων, η επεξεργασία των φωτογραφιών και σχεδίων και η εισαγωγή τους στα κείμενα, η σελιδοποίηση και παράλληλα η επιστημονική και εκδοτική επιμέλεια της ύλης, γίνεται εξολοκλήρου από μας. Όταν φτάσουμε στην τελική μορφή της εκτύπωσης, το βιβλίο ολόκληρο, μαζί με το εξώφυλλό του, παραδίδεται σʼ ένα DVD και σε μορφή PDF στον τυπογράφο, η δουλειά του οποίου περιορίζεται στην εκτύπωση και τη βιβλιοδεσία. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα αφενός την αποφυγή λαθών, κατά το ανθρωπίνως δυνατόν βεβαίως, κι αφετέρου τη μείωση, κάτω από το μισό, του κόστους της έκδοσης.
Παρά την επιθυμία μας, δεν είχαμε τυπωμένο τον τόμο για το Καστελόριζο, όταν έγινε το Συνέδριό μας στον Πειραιά. Από μας, όμως, είχε ολοκληρωθεί και προχωρήσαμε στη συγκέντρωση, επιμέλεια και εκδοτική επεξεργασία της ύλης των εισηγήσεων του νέου Συμποσίου. Και στο επόμενο Συμπόσιο, το τελευταίο, της Ρόδου, οι δύο τόμοι ήσαν έτοιμοι κι είχαμε τη χαρά να τους προσφέρουμε στους εισηγητές μας και τους συνέδρους.
Ο ΚΓ τόμος των Δωδεκανησιακών Χρονικών αριθμεί 896 σελίδες και περιέχει 54 επιστημονικές εισηγήσεις, απʼ αυτές που ακούστηκαν στο ΙΕ΄ Πολιτιστικό μας Συμπόσιο, που έγινε στο Καστελόριζο. Οι μισές περίπου από τις εισηγήσεις αυτές αναφέρονται στο ακριτικό μας νησί. Υπάρχει ήδη μια ενδιαφέρουσα πρόταση, οι εισηγήσεις αυτές, όσες αφορούν το Καστελόριζο, να εκδοθούν σε ανάτυπο συνοδευόμενες από ένα επίμετρο με τις περιλήψεις τους στην αγγλική γλώσσα και η έκδοση αυτή να προωθηθεί στις καστελοριζιακές παροικίες της Αυστραλίας. Ο ΚΔ τόμος αριθμεί 882 σελίδες και περιέχει 51 εισηγήσεις, απʼ αυτές που ακούστηκαν στο ΙΣΤ Συμπόσιο, στον Πειραιά. 24 απʼ αυτές έχουν θέματα σχετιζόμενα με τους Δωδεκανησίους της διασποράς.
Με την έκδοση του ΚΔ τόμου ολοκληρώθηκε μια προσπάθεια που είχε ξεκινήσει, όπως είπα ήδη, πριν 8 χρόνια: Η προσπάθεια να εκδοθούν οι καθυστερημένοι τόμοι των Δωδεκανησιακών Χρονικών, έτσι που το εκάστοτε Διοικητικό Συμβούλιο να μην έχει κάθε φορά άλλην εκδοτική εκκρεμότητα εκτός από τα πρακτικά του αμέσως προηγούμενου Συμποσίου. Κι έτσι η ψαλίδα έκλεισε. Τώρα τα Δωδεκανησιακά Χρονικά θα εκδίδονται πλέον κάθε δύο χρόνια, με άνεση, και θα μπορούμε ως Στέγη να ασχοληθούμε και με άλλες δραστηριότητες, εκδοτικές και γενικότερα πολιτιστικές.
Με την ευκαιρία, υπενθυμίζουμε στους εισηγητές του τελευταίου μας Πολιτιστικού Συμποσίου, του ΙΖ΄, αυτού της Ρόδου, ότι οι εισηγήσεις πρέπει να κατατεθούν στη Στέγη μέχρι τέλους του τρέχοντος έτους, για να εκδοθεί εντός του πρώτου εξαμήνου του 2012 ο ΚΕ΄ τόμος των Δωδεκανησιακών Χρονικών. Ήδη μέχρι σήμερα έχει συγκεντρωθεί μεγάλο μέρος της ύλης.
Εκτός από τα Δωδεκανησιακά Χρονικά, πραγματοποιήσαμε και τρεις αυτοτε-λείς εκδόσεις στη διάρκεια της θητείας μας:
Η πρώτη ήταν το βιβλίο του Γιάννη Κλαδάκη «Παραδοσιακά Τραγούδια της Ρόδου», που χρηματοδότησε η Τοπική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων Δωδεκανήσου. Πρόκειται για μια πλούσια συλλογή άκρως ενδιαφέροντος από λαογραφική άποψη υλικού παραδοσιακής λαϊκής ποίησης, που ο συγγραφέας συνέλεξε με υπομονή και αγάπη από γέροντες και γερόντισσες στα χωριά της Ρόδου. Για την παρουσίαση του πρωτογενούς αυτού υλικού και την πληρότητα της έκδοσης, χρειάστηκε να γίνει εκ μέρους του ομιλούντος η απαραίτητη επιστημονική επιμέλεια της ύλης κι ο επίσης απαραίτητος κατατοπιστικός πρόλογος. Πέρα απʼ αυτά, είχα την χαρά να κάμω την παρουσίαση του βιβλίου αυτού, την οποίαν η Στέγη πραγματοποίησε στις 24 Μαρτίου 2010 στο Πνευματικό Κέντρο στην Κρεμαστή.
Δεύτερη αυτοτελής έκδοση είναι ένα βιβλίο του ομιλούντος με τίτλο «Στα χρόνια του Πολέμου», που αριθμεί 620 σελίδες. Πρόκειται για επεξεργασία και συρραφή λαϊκών αφηγήσεων απʼ όσα διαδραματίστηκαν κατά τη χρονική περίοδο 1939-1947 στον τόπο της καταγωγής μου, και οι οποίες παρουσιάζουν ιστορικό, ηθογραφικό, γλωσσικό και λαογραφικό ενδιαφέρον. Την παρουσίαση έκαμα ο ίδιος στις 30 του περασμένου Οκτωβρίου στο Πολιτιστικό Κέντρο της Αδελφότητας Ολυμπιτών.
Η τρίτη μας αυτοτελής έκδοση ανταποκρίνεται σε μια ώριμη πλέον απαίτηση του αναγνωστικού μας κοινού, μια και πρόκειται για μια έκδοση απόλυτα χρηστική ως βοήθημα στους ερευνητές. Πρόκειται για τα «Ευρετήρια» της ύλης όλων των μέχρι σήμερα εκδεδομένων τόμων των Δωδεκανησιακών Χρονικών. Οι 24 αυτοί τόμοι συναριθμούν μέχρι σήμερα κάπου 12.000 σελίδες επιστημονικής ύλης, μέσα στις οποίες ο ερευνητής κυριολεκτικά χάνεται. Τα Ευρετήρια ήσαν πια εκ των ών ουκ άνευ.
Η ύλη κατανέμεται καταρχήν θεματικά κατά νησί και εν συνεχεία κατά το θέμα που κάθε άρθρο πραγματεύεται (λ.χ. γενικές περιγραφές, ιστορία και αρχαιολογία, λαογραφία, γλωσσολογία, γραμματολογία, παιδεία κλπ). Τα άρθρα που έχουν αντικείμενο αναφερόμενο στη Δωδεκάνησο στο σύνολό της προηγήθηκαν στη διάταξη της ύλης κι απετέλεσαν χωριστό κεφάλαιο.
Ακολουθεί το ευρετήριο κατά συγγραφείς και οι Πίνακες Περιεχομένων των 24 τόμων. Σε επίμετρο έκρινα χρήσιμο να συμπεριλάβω τα περιεχόμενα όλων των αυτοτελών εκδόσεων της Στέγης, που έχουν περισσότερους από ένα συγγραφείς. Τέτοιες εκδόσεις μας είναι τα «Πολιτιστικά Δωδεκανήσου», οι «Παραδοσιακοί οικισμοί Δωδεκανήσου», η «Φιλερήμου αγάπησις», τα «Πρακτικά της επιστημονικής διημερίδας για τα 50 χρόνια της Ενσωμάτωσης της Δωδεκανήσου», η «Δωδεκανησιακή Ποίηση 1978» και τα 6 εκδοθέντα μέχρι σήμερα τεύχη των «Ροδιακών Γραμμάτων».
Οι παρουσιάσεις του ΚΓ΄ και του ΚΔ΄ τόμου των Δωδεκανησιακών Χρονικών, καθώς και του Ευρετηρίου, πρέπει να είναι μέσα στις άμεσες προτεραιότητες της Διοίκησης της Στέγης, που θα εκλεγεί από την παρούσα Συνέλευση.
Αυτό, αγαπητοί φίλοι, είναι το έργο της Στέγης κατά την τριετία που πέρασε, όσον αφορά τα συνέδρια και τις εκδόσεις βιβλίων, που αποτελούν και την κύρια και ουσιώδη αποστολή και προσφορά της.
Πέρα από τα παραπάνω είχαμε κι άλλες δραστηριότητες:
Σε συνεργασία με τον Σύλλογο Κασιωτών Ρόδου και το βιβλιοπωλείο «Το Δέντρο» έγινε στο χώρο του ως άνω βιβλιοπωλείου στις 12 Ιουνίου 2010 παρουσίαση του μυθιστορήματος «Να σου κάμω την ιστορία μου» του Μανόλη Μαυρολέων. Μίλησαν ο επίτιμος Πρόεδρος της Στέγης κ. Κωνσταντίνος Μηνάς, ο εκ των μελών του Δ.Σ. Νίκος Κωνσταντινίδης και ο ομιλών. Η Στέγη οργάνωσε επίσης την παρουσίαση του μυθιστορήματος του Νίκου Κωνσταντινίδη «Ο κήπος της Εδέμ» κατά τους αμέσως προηγούμενους μήνες στην Κάσο, στον Αρχάγγελο, την Κρεμαστή και την πόλη της Ρόδου.
Κι ακόμη, ενεργός υπήρξε η συμμετοχή της Στέγης, κυρίως ως συνδιοργανωτή φορέα, σε ποικίλες πολιτιστικές εκδηλώσεις, από τις οποίες αναφέρω όλως ενδεικτικά τα Εγκαίνια της Βιβλιοθήκης και του Πνευματικού Κέντρου στην Κρεμαστή, την έκθεση έργων ζωγραφικής, ξυλογλυπτικής και σύγχρονης γλυπτικής στον ίδιο χώρο, τον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Παιδικού Βιβλίου κλπ.
Μια παλιά εκκρεμότητα, που δεν μπορούσε να συνεχιστεί, ήταν η διάσωση των βιβλίων μας που βρίσκονταν αποθηκευμένα σε μια αίθουσα του παλιού μουσουλμανικού σχολείου στο Καστέλλο. Πολλά απʼ αυτά είχαν ήδη καταστραφεί από την υγρασία. Κατά καιρούς παίρναμε κάποιες σειρές για φορείς και πρόσωπα που μας τις ζητούσαν, όμως ο κύριος όγκος έμενε για πολλά χρόνια εκεί, μια και δεν είχαμε τον κατάλληλο χώρο για να τα μεταφέρουμε. Η μεταφορά έγινε δυνατή από τη στιγμή που τα Γραφεία της Στέγης στεγάστηκαν στη βίλα «Κλεόβουλος» κι ο χώρος που μας είχε δοθεί από το Δήμο στη Νέα Αγορά μπορούσε να χρησιμοποιηθεί πλέον ως αποθήκη. Χρειάστηκε σκληρή χειρωνακτική εργασία, στην οποία υποβλήθηκαν ο Νίκος Κωνσταντινίδης και ο ομιλών βοηθούμενοι από εργάτες της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, για να ξεσκονιστούν, να ταξινομηθούν, να γίνουν δέματα, να μεταφερθούν και να τακτοποιηθούν στη νέα τους θέση χιλιάδες βιβλία.
Κι εδώ ανακύπτει ένα γενικότερο ζήτημα: Όταν λ.χ. ο δεύτερος τόμος των Δωδεκανησιακών Χρονικών τυπώθηκε το 1973 και, κάπου 40 χρόνια μετά, υπάρχει ακόμα στα χαρτοκιβώτια και στα ράφια το 1/3 περίπου των αντιτύπων, ανακύπτει η ανάγκη αφενός της πιθανής μείωσης του αριθμού των αντιτύπων που εκδίδονται κάθε φορά, κι αφετέρου η προσπάθεια να βρεθεί τρόπος ώστε να διατίθενται επωφελώς τα εκδεδομένα και να φτάνουν εκεί που θα είναι χρήσιμα.
Να σας αναφέρω μόνο τούτο το συγκινητικό: Δέχθηκα μια μέρα ένα τηλεφώνημα από τη Λάρισα με το οποίο μου ζητούσαν κάποιους τόμους των Δωδεκανησιακών Χρονικών, που τους έλειπαν, καθώς κι άλλες εκδόσεις της Στέγης για μια «Δωδεκανησιακή Βιβλιοθήκη» που φτιάχνουν, όπου μου είπαν, εκεί. Ανελλιπώς ζητάει τις εκδόσεις μας και η Ακαδημία Αθηνών, η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, το Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, η Βιβλιοθήκη της Βουλής, το εδώ Πανεπιστήμιο κλπ. Με βάση τα παραπάνω, κι από τη στιγμή που η συγκέντρωση των βιβλίων μας στην αποθήκη της Νέας Αφοράς μας το επέτρεψε, εφοδιάσαμε με πλήρεις σειρές από τις εκδόσεις μας τις υπάρχουσες στην πόλη μας δημόσιου χαρακτήρα βιβλιοθήκες, τις βιβλιοθήκες των δωδεκανησιακών παροικιακών φορέων της Ρόδου, τις βιβλιοθήκες των χωριών του νησιού καθώς κι εκείνες που λειτουργούν στʼ άλλα νησιά της Δωδεκανήσου κι όλων σχεδόν των Λυκείων της πόλης μας, δημόσιων και ιδιωτικών. Παράλληλα φροντίσαμε να προωθηθούν οι εκδόσεις της Στέγης στα βιβλιοπωλεία της πόλης μας αλλά και σε κεντρικά βιβλιοπωλεία της Αθήνας και του Πειραιά. Κάπου εδώ, αγαπητοί φίλοι, ολοκληρώνεται σε γενικές γραμμές η αναφορά στα πεπραγμένα μας κατά την παρελθούσα τριετία.
Να πω μόνο τούτο. Δεν είμαστε υπηρεσία κι ούτε έχουμε υπαλλήλους. Όλα γίνονται από μας τους ίδιους, που, σημειωτέον, δεν είμαστε κάποιοι αργόσχολοι. Κανείς δεν αμείβεται, δεν είμαστε επαγγελματίες. Είμαστε ερασιτέχνες. Κι ας μου συγχωρηθεί να θυμηθώ ότι το πρώτο συνθετικό της λ. ερασιτέχνης είναι ο έρωτας.
Όμως, πέρα απʼ όσα επιχειρήσαμε και επιτύχαμε σʼ αυτό το διάστημα, είναι κι όσα οραματιστήκαμε ή και προγραμματίσαμε και τα οποία ξεπερνούν τα παραπάνω χρονικά όρια. Τέτοια είναι: Η πραγματοποίηση, σε συνεργασία με το σημερινό δήμο της Ρόδου, ενός συνεδρίου με θέμα τη χάραξη μιας μακρόπνοης πολιτιστικής πολιτικής για τη Ρόδο. Ενός συνεδρίου, που ξεκινώντας από την απογραφή των πολιτιστικών υποδομών και δυνάμεων του νησιού κι αξιοποιώντας όσους μπορούν να συμβάλουν προς αυτή την κατεύθυνση, φορείς και πρόσωπα, θα ερευνήσει τις δυνατότητες και θα προτείνει πολιτιστικές δράσεις, πέραν του τετριμμένου και ευκαιριακού.
Η πρόταση, που αναπτύχθηκε λεπτομερώς και στο τελευταίο μας συνέδριο, της ίδρυσης ενός Δωδεκανησιακού Λαογραφικού Μουσείου στην πόλη της Ρόδου, (ήταν η εισήγηση του κ. Κωνσταντινίδη), ενός έργου που απαιτούν οι καιροί κι οι ευρύτερες πολιτιστικές ανάγκες μας, και στο οποίο η Στέγη θα μπορούσε να συμβάλει αποφασιστικά αξιοποιώντας το μέχρι σήμερα επιστημονικό – λαογραφικό έργο της και, ασφαλώς, τους ανθρώπους της, Κι ακόμα: Ήδη η Στέγη έχει μια ιστορία δεκαετιών κι είναι δεκάδες οι άνθρωποι των Γραμμάτων και των Τεχνών που πρόσφεραν την πνευματική τους συνδρομή κατά την πορεία της. Ίσως είναι καιρός να τιμήσουμε αυτούς τους συνεργάτες μας, αρχίζοντας φυσικά από τους παλαιότερους. Στην ίδια λογική μπορούν να γίνουν αφιερώματα και σʼ όσους δεν βρίσκονται πια ανάμεσά μας. Σε κάθε περίπτωση, δεν εννοούμε μια απλή πανηγυρική εύφημη μνεία. Θα είναι μια ευκαιρία αποτίμησης και καταγραφής της συνολικής προσφοράς των πνευματικών μας ανθρώπων – συνεργατών της Στέγης, και το αποθησαυρισμένο αυτό υλικό, θα είναι πολύτιμο για τους ιστορικούς και γραμματολόγους του μέλλοντος.
Αλλά και πέρα απʼ όλα τα παραπάνω, εναπόκειται όχι μόνο στο εκάστοτε Συμβούλιο, αλλά και στα μέλη της Στέγης, να προτείνουν δραστηριότητες και να εργασθούν για την υλοποίησή τους. Κι αυτές μπορεί να είναι είτε εκδηλώσεις που γίνονται εφάπαξ, είτε δράσεις μονιμότερης πνοής. Για παράδειγμα: Πριν λίγες μέρες, είχαμε μια ενδιαφέρουσα πρόταση από τον προϊστάμενο του Ιστορικού Αρχείου της Λέρου και συνεργάτη της Στέγης κ. Ασλανίδη, να οργανώσουμε εκδήλωση στην οποία να προβληθεί σπάνιο φωτογραφικό και κινηματογραφικό υλικό της περιόδου της Ιταλοκρατίας, προερχόμενο από Ιταλούς φωτογράφους και κινηματογραφιστές της εποχής, το οποίο μπορεί να είναι πολλαπλά χρήσιμο στους ερευνητές. Για συνεργασία σε μόνιμη βάση, έχουμε σχετικές προτάσεις κι από την Πινακοθήκη, από το Κρητικό Θέατρο κλπ.
Οι φιλόλογοι συνεργάτες μας, οι ιστορικοί, οι αρχαιολόγοι, οι γλωσσολόγοι, οι λαογράφοι, οι κοινωνικοί ανθρωπολόγοι, οι αρχιτέκτονες, οι λογοτέχνες, οι εικαστικοί καλλιτέχνες, οι ιστορικοί και θεωρητικοί της τέχνης, οι μουσικολόγοι και μουσικοί, μπορούν να μας καταθέσουν τις ιδέες τους και, βεβαίως, τη συμβολή τους στην υλοποίησή τους. Βέβαια, η Στέγη δεν επιδιώκει μιαν εξεζητημένη και θορυβώδη πολυπραγμοσύνη, που δεν της ταιριάζει άλλωστε, αλλά και που θα την εξέτρεπε ίσως από τους βασικούς σκοπούς της, τους οποίους, πιστεύουμε ότι μέχρι σήμερα και παρά τις δυσκολίες, με συνέπεια υπηρετεί. Όμως, παράλληλα με τα Συνέδρια και την εκδοτική της δραστηριότητα, έχει τις δυνατότητες και οφείλει να συμβάλει περαιτέρω στην ανάπτυξη των Γραμμάτων και των Τεχνών στον τόπο μας, πάντα με τους όρους που επιβάλλουν η επιστημονική σοβαρότητα και η πολιτιστική ποιότητα.
Ο πρόεδρος της Σ.Γ.Τ.Δ.
ΜΑΝΟΛΗΣ ΜΑΚΡΗΣ»